θυμαμαι…

τυρος

Ανατολικος ανεμος φυσαγε  στην ερημη παραλια.  Σπανια εβλεπες βαρκες περα απο την ακτη, δεν ειχε καν μωλο να τις δεσουν.

Ηταν μια χρονια που στην παραλια δεν ειχε  ομπρελες και απλωναμε τις χρωματιστες πετσετες  στα αβολα χοντρα  βοτσαλα.  Αγωνας να μπεις μεσα και να μη τσακισεις τα ποδια σου. Πιο κει εστρωναν τις πετσετες οι αλλες δυο παραθεριστριες,  δυο ομορφες κοπελλες.  Εμοιαζαν μεταξυ τους και ειχαν ξανθα σγουρα μαλλια. Η μεγαλη η Αγγελικη ηταν μοδιστρα καπου στην Κυψελη.  Ερχοταν με την αδελφη της εδω να κανουν λιγα μπανια. Γιναμε φιλες.  Επαιζαν μαζι μας μπαλλα και πατητες.    Η μαμα φορουσε ενα τυρκουαζ τυρμπαν, ηταν πολυ της μοδας εκεινη τη χρονια.

Ηταν το καλοκαιρι που τα μεσημερια  τρωγαμε στο μοναδικο ταβερνακι – παντοπωλειο του χωριου μπιφτεκια και πατατες η κανενα φρεσκο ψαρακι.  Ο χοντρος μαγαζατορας, μια φορουσε ποδια κι εψηνε στα καρβουνα, μια την εβγαζε και εξυπηρετουσε τους πελατες στην πλευρα με τα εδωδιμα.

Ηταν το καλοκαιρι που πεθανε η Μερυλιν και την κλαψανε ολοι, ακομα και στο χωριο(*).

Ηταν το καλοκαιρι που περα απο μποστανι του Μαστορακη πλησιασα τοσο τις κυψελες που ηρθαν οι μελισσες λεφουσι απανω μου και ακουστηκα μεχρι το Λεωνιδι.  Εκοβαν τα παιδια ” λουμπουκια ”  απο τα μποστανια και μας τα εψηναν οι μεγαλοι στα καρβουνα.

Ηταν το καλοκαιρι που παντρεψε ο Μαστορακης τη θυγατερα του, με βιολια, προικες και κερασματα. Τα γλυκα του κουταλιου πηγαιναν απο χερι σε χερι.  Ολοι επαιρναν απο το γλυκοδοχειο με το ιδιο κουταλι. Η μαμα με σκουντησε να μην παρω γλυκο. Τα ματια της επαιρναν εκεινο το  “μη τολμησεις κακομοιρα μου”  βλεμμα.  Η νυφη μου χαρισε ενα ταγαρι που υφανε μονη της στον αργαλειο και μου ευχηθηκε να το γεμισω φλουρια.  Τα προικια ηταν χρωματιστα, βαρεια μαλλινα, κουβερτες και κιλιμια. Φορτωθηκαν στα ζωα και πηγαν απο το πατρικο στο σπιτι του γαμπρου. Ηπια και κρασακι στα κερασματα!  Η μαμα  ευτυχως δε με ειδε. Μιλαγαν κι εκεινα τα Τσακωνικα που εμοιαζαν αρχαια.

Ηταν το καλοκαιρι που η Μαστορακαινα εβαλε μια γιδα βραστη απο βραδις στο καζανι στην αυλη να ετοιμαζεται για τις χαρες. Ξημερωνε πεντε Αυγιυστιυ. Γιορταζε ο πρωτος της γιος, ο Σωτηρης.  Ψηλος και μαυριδερος,  ομορφος και λεβεντης, κανονικα δουλευε στα καραβια, αλλα ειχε αδεια.

Οταν γυρισαμε στην Αθηνα η μαμα με πηγε στην Αγγελικη και μου εραψε ενα μαντω.

Πριν δυο χρονια περασα απο κει.  Ο ανεμος φυσαγε ανατολικος.  Τιποτα δεν θυμιζε την ερημη παραλια.  Μονο τα χοντρα αβολα βοτσαλα κατι μου θυμισαν.  Μου ηρθε στο νου το ταγαρι. Δεν το γεμισα ποτε φλουρια.  Οταν το βλεπω ομως  ερχονται στη μνημη μου κατι εικονες που αξιζουν οσο ολα τα φλουρια του κοσμου!

Σας φιλω γλυκα.

(*) Τυρος Κυνουριας

 

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s