τρεις παραλληλες ιστοριες

ιστορια πρωτη : Η κυρια Τασια

Ξερετε που βρισκονται τα Αδανα;  Στην νοτια  Τουρκια, στο διαμερισμα με την αρχαια ονομασια Κιλικια. Στο χαρτη ειναι χρωματισμενο κοκκινo.  Προς τα τελη του 19ου αιωνα γεννηθηκε στα Αδανα ενα κοριτσακι που το βαφτισαν Αναστασια.  Στην κοιλαδα των Αδανων εκεινη την εποχη ανθουσε η καλλιεργια του βαμβακιου και πολλοι Ελληνες ειχαν πλουτισει  με το εμποριο.  Κοριτσακι μιας τετοιας οικογενειας ηταν και η Τασια.  Και οπως ολα τα κοριτσακια εκεινης της εποχης κι εκεινης της κουλτουρας, παντρευτηκε στην εφηβεια.  Δεν ξερω ποσα παιδια απεκτησε, σιγουρα ομως απεκτησε ενα γιο.

Μεταφερομαστε στην Αθηνα προς το τελος της δεκαετιας του 60.  Στη γειτονια μου (στην Κυπριαδου εμενα τοτε)  διπλα μας εμενε ο Παπα Γιαννης που λειτουργουσε στη μητροπολη στο Μαρουσι. Ηταν ενας  φωνακλας ανθρωπος που ειχα ακουσει οτι ηταν αντιπαθης στο ποιμνιο του.  Ηταν παντρεμενος με την κυρια Τουλα την παπαδια μια πολυ καλη και ευσπλαχνη γυναικα.  Εκανα παρεα και ποδηλατα στο δρομο με τα παιδια του, την Κουλιτσα και τον Θοδωρη.  Καθε πρωτη του μηνα η κυρια Τουλα ειχε μια επισκεψη.  Μια γριουλα πολυ ζαρωμενη και ντυμενη στα μαυρα με τσεμπερι ερχοταν στο σπιτι της και εμενε εκει περιπου μια ωρα.  Ακουσα την κυρια Τουλα να τη φωναζει “Κυρα Τασια”.  Η κυρα Τασια περασε μια μερα κι απο το δικο μας σπιτι να μας ευχηθει καλο μηνα.  Την εστειλε η κυρια Τουλα.  Εγινε συνηθειο πια,  η κυρα Τασια ερχοταν και σε μας παντα μετα απο την επισκεψη στην παπαδια.

Καθοταν μια ωρα, της εφιαχνε η μαμα καφε και την κερναγε κατι.  Καμια φορα της εδινε και φαγωσιμα μαζι της.  Οταν σηκωνοταν να φυγει, η μαμα της εδινε τα “ναυλα” της για να μη γυρισει με τα ποδια.  Αυτα τα ναυλα εφταναν για πολλες μετακινησεις, αλλα τοτε μου ελεγε η μαμα οτι κουραζοταν να ερθει να μας ευχηθει καλο μηνα. Και είχαμε ανάγκη τις ευχες της γιατι ήταν απο καρδιάς.

Η κυρα Τασια ηταν τοτε κοντα στα 70 η ισως και παραπανω.  Φαινοταν ομως πολυ μα πολυ γρια γιατι ειχε ενα προσωπο πολυ ζαρωμενο. Σκαμμενο, ψημενο απο τον ηλιο,  με την αδερφη μου λεγαμε οτι ηταν πολυ ασκημη και δεν εχουμε ξαναδει τετοια γρια.  Παντα ομως μας μιλαγε γλυκα και μας εδινε ευχες.  Εμενε στην Πετρουπολη.  Σε ενα καμαρακι σε μια ταρατσα μονη της.  Ο γιος της, μας ελεγε οτι την εβαλε να μενει εκει γιατι δεν την ηθελε η νυφη.  Η μαμα ελεγε οτι μπορει να της επαιρνε και τα ναυλα που της διναμε.   Μας ελεγε οτι οταν ηταν μικρο κοριτσακι σαν κι εμας ταξιδεψε απο τα Αδανα (Ατανα τα ελεγε)  στη Μακρη.  Η Μακρη βρισκεται σχεδον απεναντι απο την Ροδο στην παλια επαρχια της Λυκιας.  Την ρωταγαμε που ειναι η Μακρη κι εκεινη μας απαντουσε. Ειναι μακρυα.. κανοντας λογοπαιγνιο.  Οι μεγαλοι ηξεραν πιο πολλα. Εμας θελεις γιατι ειμασταν μικρες, θελεις γιατι δε μας ενοιαζε παιδακια πραματα, δε μας ελεγαν πολλα πολλα.   Καποια στιγμη στην καταστροφη της Μικρασιας,  η κυρα Τασια εφτασε προσφυγοπουλα με τον γιο στα δικα μας εδαφη.  Τον αντρα της μας ειπε τον πηραν αιχμαλωτο και δεν τον ξαναειδε.

Δουλευε σε σπιτια και μεγαλωνε τον γιο. Και τωρα πια κοντα στα 70 πηγαινε κι ευχοταν Καλο μηνα στον κοσμο που γνωριζε.

Καποτε η μαμα αποφασισε να κανει ταξιδια μαζι με τον μπαμπα μας.  Να γνωρισει την Ιαπωνια, την Ινδια και αλλα μακρυνα μερη.  Στο σπιτι ειχαμε τον παπου.   Ετσι η μαμα ρωτησε την κυρα Τασια,  αν ηθελε να ερθει να μεινει στο σπιτι μας και να μας μαγειρευει, σε μενα στην αδελφη μου και στον παπου οσο θα ελειπε.  Η κυρα Τασια δεχτηκε και ηρθε σπιτι.  Το μονο που θα εκανε ηταν να μαγειρευει και να εχει στο νου της εμας τα μικρα.

Εμεις επρεπε να τη φωναζουμε ολοι “κυρια Τασια” και να της μιλαμε στον πληθυντικο.  Οι κανονες πανω σ’ αυτο το θεμα στο σπιτι ηταν σαφεις και απαραβατοι.  Και δε θα ζηταγαμε τιποτα που μπορουσαμε να το κανουμε μονες μας. Κι ετσι καναμε οσο ηταν μπροστα οι αλλοι. Ομως το ειδαμε και καπως ..γιαγια.. και οταν ειμασταν μονοι μας της λεγαμε: “Κυρα Τασια θα μου φιαξεις πατατακια; ”  Το γυρισαμε σε ενα ενικο της γαλιφιας.

Η κυρια Τασια εμεινε μαζι μας δυο χρονια περιπου.  Και παρ’ ολο που η μαμα πηγαινε κι ερχοταν,  εμεις περναγαμε τελεια μαζι της.  Μας εκανε ολα τα χατηρια,  αν σας πω οτι καθε βραδυ τη βαζαμε να μας τηγανιζει πατατες και το εκανε, ειναι αληθεια.  Ακομα κι αν ειχε φιαξει κατι πιο περιπλοκο για να φαει και ο παπους, οπως μουσακα, η κοκκινιστο.  Ομως κανεις μα κανεις δεν εκανε τοσο ομορφα τα πατατακια οπως η κυρα Τασια.  Τραγανα απ’ εξω μαλακα απο μεσα.  Κι εμεις δοστου καθε βραδυ να ζηταμε πατατες με αυγα.  Μετα μας επλενε και μας εβαζε να κοιμηθουμε και μας σκεπαζε τρυφερα. Μας σταυρωνε κι εκλεινε το φως.  Μεχρι και εικοσι φορες την αναγκαζαμε να γυρισει στο δωματιο να μας πει να ησυχασουμε γιατι αυριο εχουμε σχολειο. Δε βαριεσαι, η μικρη κι εγω στηναμε λακριντι για ωρες καθε βραδυ.

Τωρα που το θυμαμαι εμασταν και σκατοπαιδα,  οχι μονο δε βαζαμε ποτε στο στομα το κουταλι που ετρωγε η κυρα Τασια εστω κι αν ειχε πλυθει, αλλα κοιταζαμε πως θα ξεγελασει η μια την αλλη να της το πασσαρει γιατι λεγαμε οτι αν φαμε με αυτο το κουταλι θα ζαρωσουμε κι εμεις ετσι.  Ειμασταν πολυ μικρες για να θυμομαστε  τι φαγακια μας εφιαχνε, μονο οι πατατες μας εχουν μεινει,  αλλα θυμαμαι την αισθηση οτι τρωγαμε πολυ πιο νοστιμα απο οταν μαγειρευε η μοντερνα μας μαμα.

Η μαμα γυρισε απο τα ταξιδια της και η κυρα Τασια ειχε κουραστει αρκετα για να συνεχισει να ειναι μαζι μας.  Ερχοταν που και που για να μας ευχηθει καλο μηνα.  Λυπηθηκαμε και οι δυο που εφυγε.  Οσο σκατοπαιδα και να ειμασταν την αγαπουσαμε.  Και πιστευω οτι κι εκεινη μας αγαπουσε.  Η κυρια Τασια  που κοριτσακι ξεκινησε απο τα Ατανα. κοριτσακι παντρευτηκε, τα εχασε ολα,  και ηρθε σε μια αφιλοξενη γη μονη της με ενα παιδι.  Η κυρια Τασια που ηρθε απο μακρυα.

Καποτε σταματησε να ερχεται.  Τηλεφωνο δεν ειχε να μαθουμε. Η κυρια Τουλα η παπαδια πηγε στην Πετρουπολη και την εψαξε. Μας ειπαν οτι δεν την βρηκε. Δεν πιστεψα ουτε μια φορα οτι δεν την βρηκε.  Το καταλαβαινα απο τα σου μου του τα συνομωτικα οτι δεν ηταν καλα.   Μηνες μετα μας ειπαν οτι πέθανε.

Την σκεφτομαι συχνα απο τοτε.  Παρακαλαγα να εφυγε χαρουμενη, ετσι οπως ηταν οταν τηγανιζε τα πατατακια.  Γιατι για μενα η κυρα Τασια δεν ηταν η κυρια που μας φροντιζε, ηταν για δυο χρονια το αποκουμπι μας, η γιαγια που δεν ειχαμε, ο ανθρωπος που αφουγκραζοταν τις παιδικες μας ανησυχιες, και ερχοταν να δει αν κοιμηθηκαμε.  Ηθελα να κακιωσω με τον γιο της που την εβαλε στο ταρατσακι να μενει μονη της, αλλα οταν μεγαλωσα σκεφτηκα οτι ποιος ξερει τι ζορια τραβουσε κι αυτος σαν προσφυγοπουλο.  Ουτε το ονομα του δεν ηξερα. Ουτε το επωνυμο της κυρα Τασιας.  Ρωτησα τη μαμα.  Ουτε κι εκεινη θυμαται.

Εκεινη με εμαθε να φιαχνω ωραια πατατακια  μου ειπε μια μερα η μαμα.  Ναι της λεω, σιγουρα,  ειναι τελειες οι πατατουλες σου.  Καμια σχεση.  Απο τοτε που εφυγε η κυρια Τασια για μακρυα, τετοια πατατακια δεν εχω ξαναφαει.

ιστορια δευτερη : Η Νινα η Κουρελω

ΠΟΛΗ
Η Νινα γεννηθηκε στην Πολη το 1923.  Ο πατερας της πεθανε νεος εκει κι εκεινη ηρθε στην Αθηνα το 1937 με τη μητερα της την κυρια Ανδρονικη Αστρἀ, τον θειο της τον κυριο Αλεξανδρο Γκὀνη και την θεια της την κυρια Ανδριανή Γκονη (θεια Νινἠ)

Ο θειος Αλεκος δεν ειχε δικα του παιδια, και αγαπουσε πολυ την Νινα. Εργαζοταν σαν δημοσιογραφος σε μεγαλη Αθηναϊκη εφημεριδα αλλα δεν θυμαμαι πλεον ποια και η μαμα δεν υπαρχει πια να ρωτησω.  Εκεινος ειχε αναλαβει τον ρολο του πατερα και τα εξοδα της μικρης Νινας.  Το σπιτι τους ηταν στην οδο Κωστη Παλαμα στα Πατησια, εκει που αργοτερα χτιστικε το κτιριο που στεγαζε ισως ακομα στεγαζει) τον ΟΤΕ. Μεσοτοιχια ηταν με το σπιτι του Ροδολφου Δρακουλη, του παπου μου, που ειχε προσοψη στην οδο Πατησιων.  Η κορη του η Δαφνη (η μητερα μου) εγινε φιλη με την Νινα αμεσως.  Ενα χρονο πιο μεγαλη η Νινα εχασε χρονια στο Ελληνικο σχολειο λογω μετακομισης και βρεθηκε στην ιδια ταξη με την Δαφνη.  Η Δαφνη την βοηθουσε στα μαθηματα (πηγαιναν και οι δυο στο εκτο γυμνασιο Κυψελης), και τα απογευματα η τα βραδυα μαζευοντουσαν στο σπιτι της Δαφνης η αλλων φιλων και επαιζαν μουσικη και χορευαν.  Ετσι απλα και ομορφα κυλουσε ο χρονος στα Πατησια προπολεμικα.

Ηρθε ο πολεμος και η Κατοχη, και τα δυο κοριτσια μεγαλωναν παρεα. Η Νινα αναμεσα σε τρεις ανθρωπους που την λατρευαν κυριολεκτικα και η Δαφνη στη μεγαλη δικη της οικογενεια. Εγιναν δεσποινιδες, η μαμα πηγε εθελοντρια νοσοκομα  σε σανατοριο της Πεντελης με την κυρια Λινα Τσαλδαρη, και η Νινα εμαθε γραφομηχανη και στενογραφια για να εργαστει.  Εκεινη την εποχη πεθανε  και ο θειος Αλεκος και εχασαν το στηριγμα τους,  η θεια Νινη και η θεια Αντρω, και η Νινα.

Περασε η κατοχη. Η Δαφνη σε μια εκδρομη στον Πορο, γνωρισε ενα νεαρο αξιωματικο του πολεμικου (τοτε βασιλικου) ναυτικου που εμελλε να γινει ο δικος μου αγαπημενος μπαμπας. Η Νινα επιασε δουλεια σαν γραμματευς στο Ασυλο Ανιατων, στην οδο αγιας Ζωνης, στην Κυψελη.  Εκει εργαστηκε μεχρι που πηρε συνταξη.

Περασε ο καιρος και εχω ερθει κι εγω στον κοσμο και αρχιζω να καταλαβαινω τι γινεται γυρω μου. Η Νινα με την θεια Νινη και την κυρια Αστρα εδωσαν το σπιτι και μετακομισαν σε διαμερισμα στην οδο Γρηγοροβιου στον Αγιο Λουκα.  Εμεις μετακομισαμε στην οδο Ροσταν. Καθε απογευμα μετα το γραφειο, η Νινα περνουσε απο το σπιτι να δει λιγο τη μαμα.  Ηταν πολυ αγαπημενες και φωναζε η μια την αλλη “κουρελω”.  “Που ειναι η μανα  η κουρελω;”, με ρωτουσε στο τηλεφωνο.  Και η μαμα φωναζε απο μεσα, “Η κουρελω ειναι;” .  Η Νινα ηταν ομορφη γυναικα. Ηταν αφρατη. Οταν λεμε αφρατη δεν εννοουμε χοντρη.  Ειχε ωραιες καμπυλες και λεπτη μεση. Ειχε γαλανα ματια και φυσικα ολοξανθα μαλλια.  Καθοταν στον καναπε του σαλονιου κι εγω σκαρφαλωνα με μια χτενα πισω της και χτενιζα τις ξανθες μπουκλες.  Η Νινα δε μου χαλουσε χατηρι. Με λατρευε.  Με ελεγε “Δεσποινακο της”.

Τοτε με την μαμα καπνιζαν αριμανειως. Μολις εφευγε ομως η Νινα η μαμα ελεγε.  “Αμαν αυτη η κουρελω, το παρακανει πια. Ντουμανιασαμε. “Οσο ηταν μαζι ομως ..παφα πουφα!  Η Νινα με τα γαλανα ματια, τα ξανθα σπαστα μαλλια και την περισση γλυκα, δεν ειχα ακομα παντρευτει. Μεταξυ μας (ελεγε η μαμα) ο ενας της βρωμαει και ο αλλος της ξυνιζει.  Η Νινα η κουρελω ηθελε να βρει αντρα απο σπουδαια οικογενεια, με ονομα.  Οταν την γνωρισα εγω ηταν μεγαλοκοπελα στα τριαντατρια.

Στο γυμνασιο οταν ημουν, ανελαβα να διοργανωσω μια φιλανθρωπικη επισκεψη στο Ασυλο των Ανιατων. Θα πηγαιναμε μια ομαδα παιδιων με γλυκα και θα καναμε παρεα στους τροφιμους ενα απογευμα. Η Νινα που λατρεψε την πρωτοβουλια μου, εκανε τα παντα για να εχει μεγαλη επιτυχια. Εξ αλλου ηταν “γενικος δερβεναγας εκει μεσα” , οπως ελεγε η μαμα.

Η Νινα η κουρελω στα σαραντα πεντε της γνωρισε καποιον κυριο απο σοϊ και τον παντρευτηκε.  Ειχε ονομα και κρατουσε απο τζακι, αλλα οπως ελεγαν οι κακες γλωσσες των μεγαλων ηταν και λιγο απατεων.  Μεχρις εδω γιατι ο ανθρωπος εχει πεθανει.  Πεθανε πεντε χρονια μετα το γαμο κι εμεινε η Νινα η κουρελω χηρα με τις δυο γυναικες, τη θεια Νινη και τη μαμα της στο διαμερισμα της Γρηγοροβιου.  Ξαναρχισε να ερχεται στο σπιτι και να καθονται με τη μαμα στην βεραντα. Η Νινα συνεχιζε να καπνιζει σα φουγαρο, ενη η μαμα το ειχε κοψει και της γκρινιαζε.

Η Νινα μου η αγαπημενη μου κουρελω, ηρθε στο γάμο μου. Μου χαρισε ενα κρυσταλλινο χειροποιητο βαζο κομμενο στο χερι.  Το βαζο αυτο στολιζει τον μπουφε μου σημερα ακομα εδω στην Ουασινγκτων.  Καποια φορα η κυρια που ξεσκονιζει το τσακισε λιγο στο χειλος.  Δε φαινεται και συνηθως εχει λουλουδια. Δε το αποχωριζομαι ομως. Οι θειες Νινη και Αντρω,  υπεργηρες πια, δεν ηρθαν στο γαμο αλλα εστειλαν δωρα στο Δεσποινακι τους.  Πηγα και τις επισκεφτηκα για να τις ευχαριστησω.  Η θεια Νινη ηταν πια κατακοιτη.

Περασαν τα χρονια. Η Νινα ηταν παρουσα παντου. Οταν βαφτισα την Δαφνη, οταν γυριζα τα καλοκαιρια στη βεραντα της μαμας, παντα με το τσιγαρο στο χερι και να λεει, ηρθα να σε δω Δεσποινακο μου κι εσενα και την μανα την κουρελω. Τα ματια της ελαμπαν αλλα τα ξανθα μαλλια ηταν τωρα λευκα.  Καμια φορα την πετυχαινα στο σπιτι της μαμας οταν τηλεφωνουσα απο εδω και μου την εδινε.  “Δεσποινακο μου σε αγαπω κι εσενα και τον καλο σου και τα παιδακια σου” , μου ελεγε. Μια τρυφεροτητα απιστευτη.

Η Νινα μεχρι πριν τρια χρονια ζουσε. Ειχε μιλησει με την αδελφη μου.  Μετα  ξαφνικα τιποτα.  Η μαμα ειχε αρχισει να βαραινει και δεν μπορουσε να παει να την δει.  Στο τηλεφωνο δεν απαντουσε.  Η Νινα ειχε και κατι ανηψια απο εξαδελφες της, και ισως την φροντισαν.  Δε ξερω εαν ζει ακομα και αν ζει θα ειναι 93 ετων πια.  Σιγουρα δεν ειναι στο σπιτι της παντως.   Δεν ξερω πια ουτε ποιον να ρωτησω  ουτε τι απεγινε αυτη η γλυκεια σκια της ζωης μου. Η ομορφη, η αγαπημενη μου, η Νινα η κουρελω με τα γαλανα ματια

ιστορια τριτη : Ο Δημος και η Ευχαρις

ΣΜΥΡΝΗ

Δεν υπαρχουν πια, δεν αφησαν απογονους, υπηρξαν μια τρικυμισμενη εποχη και μετα πεταξαν στους ουρανους.

Δεν ξερω πως αισθανονται οι μεγαλοι ανθρωποι οταν κοντευει να τελειωσει η ζωη τους και ξερουν πως μετα απο αυτους δεν υπαρχει καποιος να συνεχισει σ’ αυτη την προσκαιρη ζωη, ουτε παιδια ουτε ανηψια ουτε αλλος μακρυνος απογονος. Μπορει να μη τους πειραζει, να μη το σκεφτονται. Μπορει κιολας να ειναι ευτυχεις. Ο Δημος και η Ευχαριτσα παντα χαμογελουσαν και ειχαν μια καρδια (η μαλλον δυο καρδιες) απο χρυσαφι,

1922. Η θεια Μαριανθη χανει τον αντρα της στην καταστροφη της Σμυρνης, Φτανει στην Ελλαδα με την Ευχαρι μικρο κοριτσι και βρισκεται να μενει στη Νεα Φιλαδελφεια σε μια αυλη. Η θεια η Μαριανθη δεν ξερω αν ηταν πραγματικα θεια του παπου μου, ομως εται την φωναζε. Το σπιτι της δεν ηταν μακρυα απο απο την πλατεια επι της λεωφορου Δεκελειας οπου βρισκοταν παλια (η ακομα και σημερα) το ζαχαροπλαστειο του Κανακη. Οταν αρχισα να πηγαινω με τον παπου επισκεψη στη θεια Μαριανθη, η Ευχαρις ειχε ηδη μεγαλωσει και ειχε παντρευτει τον Δημο που μπηκε σωγαμπρος στην αυλη του προσφυγικου.

Ο Δημος Νικολαϊδης ηταν Αιγυπτιωτης, μιλουσε δυο τρεις γλωσσες και ηταν και λογιστης. Εκεινη την εποχη τα προσοντα αυτα σου εξασφαλιζαν καλη δουλεια. Ο Δημος εργαζοταν σαν λογιστης στις επιχειρησεις του εκπτωτου Σαουδαραβα ηγεμονα Ιμπν Σαουντ οταν μετα την εκθρονιση του απο τον αδελφο του εγκατασταθηκε στο Καβουρι κι εζησε ως το τελος του. Σιγουρα εχετε δει στις παλιες Ελληνικες ταινιες παρωδιες με τον Ιμπν Σαουντ να μοιραζει χρυσα ρολογια. Εκει λοιπον εργαζοταν ο Δημος. Μεγαλη τυχη για την Ευχαρις που ηταν (απο οτι φαινόταν) αφρατο και ομορφο κοριτσι μα δεν ειχε που την κεφαλην κλιναι.

Ενας μικρος μισθος λογιστη συντηρουσε τις δυο γυναικες και το φτωχο προσφυγικο. Σαν να το βλεπω μπροστα μου, Μια αυλη μπροστα, ενας μικρος τσιμεντενιος διαδρομος σε εφερνε στο σπιτι που ειχε, μια μεγαλη κουζινα, μια σαλοτραπεζαρια κι ενα υπνοδωματιο. Η θεια η Μαριανθη, γριουλα πια οταν την γνωρισα, κοιμοταν στη σαλοτραπεζαρια.

Κι εμεις στην σαλοτραπεζαρια καθομασταν οταν πηγαιναμε με τον παπου και μας εβγαζαν γλυκο του κουταλιου και κρυο νερακι. Η Ευχαρις παντα ελεγε οτι εχει πολλες δουλειες και δεν αδειασε στην ζωη της να κανει ουτε ενα παιδι. Δε ξερω γιατι μας το ελεγε, ισως να ηταν και καποιος καημος! Της Ευχαρις της ελειπαν και μερικα δοντια, αλλα οπως ελεγε δεν αδειαζε να παει στον οδοντιατρο. Στα δωδεκα μου απο τις τελευταιες φορες που τους ειδα καταλαβα οτι ο παπους τους βοηθουσε οικονομικα. Το κανει για την ψυχη της μανας του ειπε η μαμα.

Η Ευχαρις εφιαχνε καθε μερα φρεσκια κομποστα αχλαδι για να τρωει η μαμα της που ειχε καποιο προβλημα. Θυμαμαι μετα τα γλυκα εφερνε το αχλαδι στη μαμα της κι ελεγε παντα ” το αχλαδακι της μαμας” . Η εκφραση ακομα και σημερα μου ερχεται στο νου οταν τρωω αχλαδι. Την φροντιζε σαν τα ματια της η Ευχαρις την θεια την Μαριανθη.

Συνηθως (η επισκεψεις γινοντουσαν Κυριακη) μετα την επισκεψη ο Δημος μας κερνουσε παγωτο καϊμακι στου Κανακη. Η Ευχαρις σπανια ερχοταν για να μην αφησει μονη τη μαμα.

Στα δεκατεσσερα μου πεθανε ο παπους και οι επισκεψεις στη Νεα Φιλαδελφεια σταματησαν. Δεν ξερω τι εγινε μετα. Πως πεθανε η θεια η Μαριανθη, πως γερασαν ο Δημος και η Ευχαρις. Που πηγαν οταν εφυγαν απο το προσφυγικο.

Λιγες μερες πριν τον γαμο μου, καποιος υπαλληλος μεταφορικης εταιρειας μου εφερε στο σπιτι ενα πανακριβο χειροποιητο χαλι, δωρο απο τον Δημο και την Ευχαρι (σε προχωρημενες ηλικιες πια). Δεν ειχε διευθυνση, τηλεφωνο, μονο τα ονοματα τους. Κι ενα σημειωμα που ελεγε: Στο αγαπημενο μας Δεσποινακι, Δημος και Ευχαρις. Ηταν ενα δωρο αναπαντεχο, δωρο αγαπης, μεγαλης αγαπης. Μπορει να το εκαναν για την ψυχη του παπου. Μπορει να το εκαναν γιατι με αγαπουσαν σα παιδι τους.

Μια εβδομαδα μετα το γαμο εφυγα για το Οχαϊο για μεταπτυχιακες σπουδες. Αν εμενα θα ειχα καιρο να τους βρω. Ο Δημος και η Ευχαρις εφυγαν κι αυτοι συντομα στο αιωνιο ταξιδι τους και δεν αφησαν πισω ουτε παιδι, ουτε σκυλι, ουτε γατι.

Ας πουμε οτι αφησαν εμενα, γιατι με αγαπουσαν πραγματικα, και παντα θα τους θυμαμαι εκει στο προσφυγικο με τα τεραστια χαμογελα, τα τραταρισματα στη σαλοτραπεζαρια που μυριζε περιεργα μια μουχλα, και το “αχλαδακι της μαμας”.

Σας φιλω γλυκα!

Advertisements